Η ΕΠΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ Το Έπος των νέων Μυρίων, 1922, Μικρασιατική Καταστροφή (Τα γεγονότα που περιγράφονται είναι πραγματικά) Η Ανεξάρτητη Μεραρχία είχε απομείνει μόνη στα βάθη της Μικράς Ασίας. Οι υπόλοιποι στρατιωτικοί σχηματισμοί είχαν περίπου διαλυθεί. Οι στρατιώτες υποχωρούσαν κατά ομάδες ή μόνοι τους. Μια εικόνα αποκαρδιωτική να τη βλέπει κανείς. Που είναι ο ένδοξος και αήττητος Ελληνικός Στρατός, που δεν είχε χάσει καμιά μάχη από το 1912; Εκείνοι οι στρατιώτες, αυτοί που απάρτιζαν την Ανεξάρτητη Μεραρχία, είχαν απομείνει μόνοι τους σε άγνωστο και αφιλόξενο έδαφος, ολοκληρωτικά εχθρικό. Προσπαθούσαν να πετύχουν επικοινωνία με τους άλλους ελληνικούς σχηματισμούς, οι ασύρματοι που είχαν εμβέλεια εκατόν είκοσι χιλιόμετρα, μπορούσαν να ακούσουν και να ακουστούν σ’ αυτήν την απόσταση, τώρα δεν άκουγαν καμιά ελληνική φωνή από τον ασύρματο. «Ακούγαμε μόνο τουρκικές φωνές στον ασύρματο.» διηγούνταν. «Τι είχε μεσολαβήσει μέσα σ’ αυτές τις λίγες τελευταίες μέρες; Γιατί δεν ακούγεται καμιά ελληνική φωνή. Πού πήγαν οι δικοί μας στρατιώτες;» Αυτό σήμαινε ότι η κατάσταση είχε οδηγηθεί σε πολύ άσχημο σημείο; Δεν είχαν καμιά ενημέρωση, επομένως ήταν αδύνατο να γνωρίζουν σε ποιο σημείο είχε φτάσει η υπόθεση. Ποια πορεία έπρεπε τώρα να ακολουθήσουν; Να πορευτούν μπροστά ή να οπισθοχωρήσουν; Η Ανεξάρτητη Μεραρχία με οχτώ χιλιάδες στρατιώτες, με όλο τον εξοπλισμό της, συντεταγμένη και πειθαρχημένη, βρισκόταν πολύ μακριά από τις ακτές του Αιγαίου Πελάγους, μόνη, χωρίς επικοινωνία, δίχως να γνωρίζει τι πρέπει να κάνει στο εξής. Στα βάθη της Μικράς Ασίας, εκεί που την είχε τάξει το καθήκον. Είχε ένα πλεονέκτημα μέσα σε τούτα τα τραγικά που είχαν διαδραματισθεί στο ενδιάμεσο διάστημα. Δεν είχε χάσει την ψυχραιμία της, δεν είχε απωλέσει τη συνοχή της, υπήρχε ιεραρχία, συμπεριφέρονταν αυτοί οι οχτώ χιλιάδες στρατιώτες σαν ένα σώμα, μια ψυχή. Εκτελούσαν εντολές, είχαν εμπιστοσύνη στους ανωτέρους τους, εκείνοι βρίσκονταν κοντά τους, τους φρόντιζαν, είχαν το νου και τη σκέψη τους προσηλωμένα στην ολοκλήρωση του σκοπού τους. Άλλοι σχηματισμοί είχαν διαλυθεί, οι στρατιώτες είχαν πετάξει τα όπλα τους, δεν υπάκουαν στους ανωτέρους, έφευγαν άτακτα, χωρίς προστασία, χωρίς καμιά συνοχή και οργάνωση. Η Ανεξάρτητη Μεραρχία επέμενε στην πειθαρχία και στην τάξη, 630 χιλιόμετρα μακριά από τις ακτές, στο Σεϊντή Γαζή. Μέραρχος ο Δημήτριος Θεοτόκης. Ένα αεροπλάνο εμφανίστηκε από το πουθενά και κάνοντας κύκλους έριξε ένα σφραγισμένο δοχείο. Το άνοιξαν. Μέσα είχε ένα μήνυμα για την τρέχουσα κατάσταση, για το γεγονός ότι ο Ελληνικός Στρατός έχει αποσυντεθεί. Υπήρχαν σημειώσεις του πιλότου που φανέρωναν πού βρισκόταν η Μεραρχία και ποια πορεία έπρεπε να ακολουθήσουν. Αυτό και έκαναν, έλαβαν πορεία προς τα παράλια. Μια τεράστια πομπή οχτώ χιλιάδων περίπου ανδρών, θλιβερή, επειδή δεν ολοκλήρωσαν το σκοπό τους, παρόλα αυτά αξιοπρεπής. Δεν πέταξαν τα όπλα, δεν τράπηκαν σε φυγή, δε φοβήθηκαν, δεν εγκατέλειψαν το διπλανό τους, για να σωθούν οι ίδιοι. Σαν τους αρχαίους Σπαρτιάτες που έδιναν μεγαλύτερη βαρύτητα στην πειθαρχία την ώρα της μάχης και στο να μην εγκαταλείψει ένας στρατιώτης τη γραμμή του, τη θέση που είχε ταχθεί. Γι’ αυτό στη μάχη των Πλαταιών δεν τίμησαν τον Αριστόδημο που άφησε τη γραμμή του και όρμησε μόνος προς τους Πέρσες απέναντι, θεώρησαν ότι η παραμονή στη γραμμή ήταν ανώτερη. «Έτσι άφησε εκτεθειμένη τη φάλαγγα και το Στρατό, θα μπορούσαν να κινδυνέψουν οι συστρατιώτες του, καθώς έμεινε κενή η θέση του και γιατί η συνοχή της μονάδας στηριζόταν στην προστασία που παρείχε ο καθένας στο διπλανό του με την ασπίδα του. Αυτή ήταν η ισχύς της στρατιωτικής μονάδας, το γεγονός ότι ο καθένας προστάτευε τους άλλους και προστατευόταν από αυτούς. Έτσι και τώρα. Υπό την ηγεσία των άξιων ηγητόρων τους αποχωρούσαν έχοντας αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι, με ηρεμία όμως και αποφασισμένοι για όλα. Πορεία αντίστροφη από τη μεγαλειώδη πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα χρόνια 334-323 π.Χ. Εξήντα δύο χρόνια πριν το Μέγα Αλέξανδρο ο κουτσός βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίλαος με 30 Σπαρτιάτες, 2.000 νεοδαμώδεις (είλωτες απελεύθερους) και 6.000 σύμμαχους στρατιώτες παρολίγο θα είχε καταλύσει το περσικό κράτος του Μεγάλου Βασιλιά, αν τον ανάγκαζαν οι αιώνιες διχόνοιες και οι εσωτερικές διαμάχες των Ελλήνων στην κυρίως Ελλάδα, Σπαρτιατών και Αθηναίων, να επιστρέψει πίσω, για να βοηθήσει την πόλη του το 396 π.Χ. Και πιο πριν ήταν οι Μύριοι. Το 401 π.Χ. στη μάχη στα Κούναξα νίκησαν τους Πέρσες απέναντί τους, όμως σκοτώθηκε ο Κύρος που τους κάλεσε, οι Πέρσες σκότωσαν με δόλο τους στρατηγούς τους, εξέλεξαν νέους, ανάμεσά του και ο Ιστορικός Ξενοφών και τότε άρχισε η επική επιστροφή τους, η Κάθοδος των Μυρίων. Ονομάστηκαν Μύριοι (10.000), παρόλο που ήταν 13.000. Περνώντας μέσα από βουνά και πεδιάδες, λίμνες, χιόνια και κρύα, αντιμετωπίζοντας εχθρικούς λαούς, έφτασαν στη θάλασσα του Πόντου, όπου αναφώνησαν το περίφημο «Θάλαττα, θάλαττα!!!». Τώρα στη θέση αυτών βρισκόταν η «Ανεξάρτητος Μεραρχία», όπως ονομαζόταν τότε. Πορεία προς τα πίσω, ανάμεσα σε πολλές εχθρικές μεραρχίες, αλλά και ανάμεσα σε Τούρκους, Τσέτες, που είχαν αναθαρρήσει και ήταν έτοιμοι για όλα. Η παραμικρή αβλεψία, το ελάχιστο λάθος θα κόστιζε πολύ, ίσως τους οδηγούσε στον όλεθρο και την καταστροφή. Κανείς δε θα συγχωρούσε την οποιαδήποτε αδυναμία. Τώρα λοιπόν ύστερα από δύο χιλιάδες τριακόσια είκοσι τρία έτη οι σύγχρονοι Μύριοι βρίσκονταν απομονωμένοι στα βάθη της Φρυγίας, χωρίς την ελάχιστη βοήθεια, στο μέσον εχθρικών στρατευμάτων και λαών. Άρχισαν την επική τους πορεία πολεμώντας, πεινώντας, διψώντας, συντρίβοντας εχθρούς, σώζοντας φίλους. Από το Σεϊντή – Γαζή, την αρχαία ελληνική Νακόλεια του Ξενοφώντα με πορεία 14 ωρών την ημέρα περπατούσαν ασταμάτητα επί δεκαεφτά μέρες. Το αστείο που κυκλοφορούσε εντός της μονάδας ήταν ότι ένας αντισυνταγματάρχης ονομαζόταν Τσίπουρας, ένας ταγματάρχης, Σταφυλάς και ο λοχαγός που κατέγραψε τα επικά συμβάντα Αμπελάς. Και οι τρεις θύμιζαν αμπέλια και οινοπνευματώδη. Βροχή και λάσπη συνόδευαν την πορεία τους δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερα την προσπάθειά τους. Η πρώτη μάχη κατά την υποχώρηση έγινε κοντά στην Κιουτάχεια με την τουρκική μεραρχία Καυκάσου. Δύσκολη μάχη, καθώς ελληνικά τμήματα βρίσκονταν σε στενωπό, ενώ φάνηκε και δεύτερη τουρκική μεραρχία και τρίτη ιππικού. Η μάχη κράτησε πολύ, εν τέλει η Ανεξάρτητη Μεραρχία απεγκλωβίστηκε. Στην πορεία παρουσιάζονταν Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες από διαλυμένους ελληνικούς σχηματισμούς, οι οποίοι ήταν κρυμμένοι στα βουνά. Ήταν νηστικοί επί μέρες. Αυτοί τοποθετούνταν χωριστά για να μην επηρεάσουν ενδεχομένως αρνητικά το ηθικό των υπόλοιπων στρατιωτών. Οι Τούρκοι όποιους έπεφταν στα χέρια τους, τους βασάνιζαν άγρια και τους σκότωναν. Επιτέλους στην πόλη Σιντιρτζή συνάντησαν Έλληνες κατοίκους, αρχίζει η Ελληνική Ιωνία στο εξής, μέχρι τώρα οι κάτοικοι που συναντούσαν ήταν μόνο Τούρκοι. Τους δέχονται με κλάματα χαράς οι Έλληνες, νομίζουν ότι θα μείνουν και θα τους προστατέψουν, όμως φεύγουν. Τους παρακαλούν να τους πάρουν μαζί τους, δεν το κάνουν. Τα κορίτσια πετάνε από τα παράθυρα τα κεντήματά τους, την προίκα τους λέγοντας : «Πάρτε τα, τι να τα κάνουμε;» Ήθελαν να πουν : «Αφού θα μας σφάξουν οι Τούρκοι». Πράγματι τους έσφαξαν. Όπου πήγαιναν οι Τούρκοι πιστεύοντας πως ήταν τουρκικός στρατός πανηγύριζαν. Μόλις αντιλαμβάνονταν ότι είναι Έλληνες, κατσούφιαζαν. Παρόλα αυτά ήταν νικητές, ήξεραν ότι σε λίγο θα έφευγαν οι Έλληνες και αυτοί θα παρέμειναν, θα μπορούσαν να κάνουν ό,τι ήθελαν. Από τα πολύ αξιοσημείωτα ήταν αυτό που συνέβη στο Κιρκαγάτς. Εκεί αναπαύτηκε η Μεραρχία για λίγες ώρες, από νωρίς μέχρι του μεσονυκτίου, ώστε να αρχίσει εκ νέου την πορεία της εκείνη την ώρα. Στο χωριό κοιμούνταν οι ντόπιοιΤούρκοι και λίγο πιο πέρα Τούρκοι τσέτες. Οι σημαίες, η κυανόλευκη με το σταυρό και η κόκκινη με την ημισέληνο, κυμάτιζαν η μία απέναντι στην άλλη κάτω από το λαμπρό φως της σελήνης. Οι Τούρκοι συγκρατήθηκαν υπό το βάρος της καθαρής εξήγησης, ότι, αν πραγματοποιούσαν επίθεση, τότε τίποτα δε θα συγκρατούσε τους Έλληνες στρατιώτες. Οι ώρες κύλησαν ομαλά και στην καθορισμένη ώρα άρχισε η πορεία. Συναντούν φάλαγγες Ελλήνων που φεύγουν, έχουν εγκαταλείψει τα χωριά τους και αναχωρούν με αραμπάδες, αλλά κυρίως με τα πόδια. Προσπαθούν να φτάσουν στη θάλασσα. Θλιβερό θέαμα. Το απόσπασμα Τσίπουρα καταλαμβάνει το Δικελή και βρίσκει εκεί 3-4 χιλιάδες προσφυγες που ανακουφίζονται μόλις τους αντικρίζουν. Από εκεί με μια σάπια βάρκα κατευθύνεται στη Μυτιλήνη, συναντά εμπόδια αλλά ο βίαιός του χαρακτήρας τα παρακάμπτει και βρίσκει πλοία για να μεταφέρουν τους πρόσφυγες και το στρατό. Ο ίδιος τραβούσε κουπί και ένας στρατιώτης άδειαζε τα νερά από τη βάρκα στη θάλασσα. Στη Μυτιλήνη συνέβη το εξής. Για πρώτη φορά μετά το σπάσιμο του μετώπου στη Μικρά Ασία αποβιβαζόταν και προχωρούσε ελληνικός στρατός παραταγμένος σε τετράδες και με πειθαρχία. Απορούσαν όλοι και κυρίως οι στρατιώτες των άλλων σχηματισμών που βρίσκονταν ήδη εκεί απείθαρχοι και χωρίς καμιά τάξη. Η Μεραρχία οδηγείται στη Θεσσαλονίκη, απολύονται οι κλάσεις μέχρι το 1918 και με μειωμένη δύναμη τώρα, τρεις χιλιάδες άντρες διαθέτει, ζητά να μεταβεί στην Ανατολική Θράκη – Ελληνική ακόμη - για να εμπεδώσει την τάξη που έχει καταλυθεί, κάτι που δεν επιτυγχάνεται λόγω γεγονότων. Αυτή ήταν η Ανεξάρτητη Μεραρχία και η μεγαλειώδης πορεία της, όπου διέσχισε ολόκληρη τη Μικρά Ασία σε πλήρη σχηματισμό, αλώβητη και σώζοντας περίπου οχτώ χιλιάδες Έλληνες, τους οποίους θα τους έσφαζαν οι Τούρκοι υπό άλλες συνθήκες. Πηγή : Δημήτριος Αμπελάς, Ανεξάρτητος Μεραρχία Η πορεία της Ανεξάρτητης Μεραρχίας (η πράσινη γραμμή) Λιγότερα

0 Σχόλια