ΤΟ ΚΤΙΣΙΜΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΙΣΣΑ Όλος ο κόσμος γνωρίζει την Αγιά Σοφιά, τη μεγάλη εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, του Βυζαντίου και της Χριστιανοσύνης όλης. Πολλά έχουν γραφτεί, ιστορίες, θρύλοι, παραδόσεις, αποτέλεσε σύμβολο της Ορθοδοξίας και σημείο αναφοράς για τους σκλαβωμένους Έλληνες στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ο ναός είναι αφιερωμένος «Εις την Του Θεού Σοφίαν», αυτό σημαίνει η Αγιά Σοφιά. Τη μεγάλη Εκκλησία έκτισαν Ανθέμιος από τις Τράλλεις και Ισίδωρος από τη Μίλητο Πως όμως κτίστηκε η Αγιά Σοφιά; Πολλοί θρύλοι δημιουργήθηκαν. Ένας από αυτούς, θέλοντας να δείξει το μεγαλείο και το θεόπνευστό του σχεδίου τους είναι ο εξής : Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός που οραματίστηκε την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς ναού στη θέση του προηγούμενου που κάηκε στη «Στάση του Νίκα» κάλεσε τον πρωτομάστορα, τεχνίτες, χιλιάδες εργάτες, έφερε υλικά από όλα τα πλάτη και τα μήκη της αχανούς Αυτοκρατορίας, ήταν έτοιμοι να αρχίσουν τις οικοδομικές εργασίες, τι απόμεινε; Το σχέδιο. Του πήγαινε ο πρωτομάστορας το ένα σχέδιο μετά τον άλλο, κανένα δεν ικανοποιούσε τον αυτοκράτορα, τα απέρριπτε. Ο πρωτομάστορας βρισκόταν σε απόγνωση, τι να κάνει, τι να σκεφτεί για χαρεί ο βασιλιάς του, ποιο σχέδιο να του πάει που όλα τα παραμέριζε και δεν ενέκρινε κανένα. Μέρα και νύχτα μελετούσε, σχεδίαζε, δεν ήταν ευχαριστημένος, καταλάβαινε ότι αν του πήγαινε αυτά τα σχέδια, δεν θα του άρεσαν. Απόφευγε να πάει. Απελπισία, απογοήτευση, απόγνωση για όλους. Εκείνη την Κυριακή ο Αυτοκράτορας βρισκόταν στην Εκκλησία για να λειτουργηθεί. Την ώρα του αντίδωρου πήγε πρώτος να το πάρει από το χέρι Πατριάρχη. Το πήρε, όμως αυτό έπεσε από το χέρι του και βρέθηκε στο πάτωμα. Καθώς ετοιμαζόταν να το πάρει, εμφανίστηκε μια μέλισσα και αμέσως αυτή άρπαξε το αντίδωρο και κρατώντας το πάντα κατευθύνθηκε προς το ανοιχτό παράθυρο, πέταξε έξω και εξαφανίστηκε. Σύγχυση επικράτησε, τι ήταν αυτό, τι σήμαινε αυτή η αρπαγή και μεταφορά του αντίδωρου από τη μέλισσα; Ο Αυτοκράτορας αποφάσισε αμέσως να λάβει δραστικά μέτρα. Έβγαλε διαταγή όλοι οι μελισσοκόμοι να ερευνήσουν τα μελίσσια τους και να προσπαθήσουν να βρουν πού βρίσκεται το χαμένο αντίδωρο του βασιλιά. Αυτοί έψαξαν, αναζήτησαν, δε βρήκαν τίποτα, Τελευταίος ερεύνησε ο πρωτομάστορας τα δικά του μελίσσια. Σε ένα από αυτά βρήκε κάτι θαυμαστό. Το σχέδιο μια εκκλησιάς φτιαγμένο με κερί. Πανέμορφο, εκπληκτικό, θαυμάσιο, τέτοιο που δε μπορούσε να το φανταστεί ποτέ ο ίδιος. Θεϊκό, μπορούσε να πει. Στο βάθος αυτής της εκκλησίας υπήρχε η Αγία Τράπεζα. Επάνω της βρισκόταν το αντίδωρο που είχε πέσει από το χέρι του Αυτοκράτορα και το είχε πάρει η μέλισσα. Αμέσως κατάλαβε ότι αυτό το σχέδιο μπορούσε να εφαρμόσει για το κτίσιμό της μεγάλης εκκλησιάς που ήθελε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Η χαρά του ήταν αδύνατο να περιγραφεί. Δεν καθυστέρησε καθόλου. Έτρεξε γρήγορα στον αυτοκράτορα και του έδειξε αυτό σχέδιο διηγούμενος όσα έγιναν. Εκείνος ενθουσιάστηκε από αυτό το εξαίρετο δημιούργημα και εκδήλωσε αυτόν τον ενθουσιασμό αμέσως. Έδωσε εντολή να κτισθεί η εκκλησία που οραματιζόταν με βάση αυτό έργο των μελισσών. Έτσι και έγινε. Έτσι κτίστηκε η Αγιά Σοφιά το Μέγα Μοναστήρι με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης, κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες (Δημοτικό τραγούδι)

0 Σχόλια