ΚΩΣΤΑΝΤΗ ΑΠΟΨΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
Απρίλιος 1822.
Η καταστροφή της Χίου είχε ήδη συντελεστει.
Άσκοπη, αναίτια και άδικη.
Ο Χίος λόγω της μεγάλης παραγωγής μαστίχας αποτελούσε ευνοημένο τόπο, ανήκε στη Βαλιδέ Σουλτάνα, τη Βασιλομήτορα και όλη η παραγωγή μαστίχας πήγαινε αμέσως στο παλάτι, για το χαρέμι του Σουλτάνου.
Υπήρχαν στο νησί πολύ λίγοι στρατιώτες στο κάστρο που δεν είχαν επαφές με τους Έλληνες.
Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης ο Ελληνικός στόλος περνούσε από όλα τα νησιά του Αιγαίου και συγκέντρωνε φόρους, τα λεγόμενα μη πολεμικά νησιά πλήρωναν φόρους για να συντηρηθεί ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων.
Ο διοικητής της Σάμου Λυκούργος Λογοθέτης αφήνοντας το νησί του αποβιβάστηκε το Μάρτιο του 1822 στη Χίο και κήρυξε την επανάσταση.
Δεν είχε αρκετό στρατό, δεν είχε υπολογίσει όλες τις παραμέτρους που ρυθμίζουν τον πόλεμο.
Ο Σουλτάνος εξαγριώθηκε, ετοίμασε ναυτική εκστρατεία, ζήτησε από τον αρχιναύαρχο Καρά Αλή να μη μείνει τίποτα όρθιο, να περάσουν από μαχαίρι οι Ραγιάδες, ώστε να γίνει μάθημα στους υπόλοιπους και να μην τολμήσουν να ξεσηκωθούν.
Οι Σαμιώτες σύντομα; Έφυγαν.
Επακολούθησε τεράστιας έκταση σφαγή, από τις 120.000 χιλιάδες κατοίκους 40.000 γλύτωσαν με οποιονδήποτε τρόπο, 80.000 άνθρωποι, γυναίκες, άντρες παιδιά είτε σφάχτηκαν, είτε αιχμαλωτίστηκαν και τους έσερναν, για να πωληθούν ως σκλάβοι στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
Δεν απόμεινε τίποτα όρθιο.
Θα ερχόταν η σειρά των άλλων.
Ο πιο πιθανός τόπος επίθεσης ήταν τα Ψαρά, ένα από τα τρία πολεμικά νησιά.
Οι Ψαριανοί έπρεπε να λάβουν τα μέτρα τους από τη μια και από την άλλη να τιμωρήσουν τους σφαγείς.
Η Δημογεροντία των Ψαρών συνεδρίασε και έλαβε μια απόφαση.
Φώναξαν το νεαρό Κωνσταντίνο Κανάρη και τους ;ανακοίνωσαν την απόφασή τους, τη θέλησή τους για την ακρίβεια.
-Κωνσταντή σε επιλέξαμε να κάνεις εσύ την ενέργεια που σχεδιάζουμε, του είπαν.
-Στις προσταγές σας Αρχόντοι, ήταν η λακωνική απάντησή του.
Φεύγοντας ο Κωνσταντίνος Καναράς μονολογούσε.
«Κωνσταντή, απόψε θα πεθάνεις».
Είχε λάβει την απόφασή του.
Διάλεξε τους συνεργάτες του, ετοιμάστηκαν, λειτουργήθηκαν, κοινώνησαν, αποχαιρέτησαν τους δικούς τους και όλους τους άλλους.
«Στο καλό» του είπε η γυναίκα του αδάκρυτη΄
Έτσι απλά.
Άρχισαν το μεγάλο ταξίδι τους.
Η νύχτα ήταν σκοτεινή.
Όσο περισσότερο πλησίαζαν, τόσο μεγάλωνε η αγωνία τους.
Επάνω στα θηριώδη πλοία οι Τούρκοι γιόρταζαν το Ραμαζάνι, είχαν φωταγωγηθεί, οι χιλιάδες σκλάβοι τους έκαναν να χαίρονται περισσότερο.
Ο Πιπίνος πλησίασε την αντιναυαρχίδα, κόλλησε το πυρπολικό, αυτό όμως απομακρύνθηκε χωρίς να ολοκληρωθεί ο στόχος της πυρπόλησής του.
Ο Κανάρης πλησίασε τη ναυαρχίδα, ο πηδαλιούχος Ιωάννης Θεοφιλόπουλος έκανε εξαιρετικά τους ελιγμούς του.
Με ολύμπια ψυχραιμία εκτέλεσε τις εργασίες που απαιτούνταν, κόλλησε το πυρπολικό στη ναυαρχίδα, το έδεσε καλά και άναψε τη φωτιά.
Σε ελάχιστο χρόνο όλα είχαν γίνει καλά.
Η φωτιά μεταδόθηκε στο τεράστιο καράβι, απλώθηκε παντού.
Έντρομοι όλοι επάνω έτρεχαν πανικόβλητοι παντού, άλλοι έπεφταν στη θάλασσα και πνίγονταν, άλλοι καίγονταν.
Ένα μεγάλο δοκάρι έπεσε επάνω στο ναύαρχο Καρά Αλή και τον σκότωσε.
Σε λίγο η φωτιά είχε φτάσει στην πυριτιδαποθήκη, το καράβι ανατινάχτηκε.
Τούρκοι κατακτητές και Έλληνες σκλάβοι βρίσκονταν δίπλα οι μεν από τους δε στη θάλασσα, τώρα πια η αλαζονεία του νικητή δεν τους βοηθούσε, ούτε τους χρειαζόταν.
Τα άλλα καράβια σήκωσαν άγκυρες κακήν κακώς, για να απομακρυνθούν από τον τόπο της συμφοράς.
Η τιμωρία ολοκληρώθηκε.
Τα συνοδευτικά πλοιάρια τώρα τους οδηγούσαν πίσω στο νησί τους.
Τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες, πάνδημη τους έγινε υποδοχή, κατευθύνθηκαν όλοι για τέλεση δοξολογίας.
0 Σχόλια