Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ (Χριστουγεννιάτικο διήγημα - απόσπασμα εικόνες από χρόνια ενός κόσμου που πέρασε στης ιστορίας τα τετράδια Αναγνώσθηκε στη Χριστουγεννιάτικη εκδήλωση της Ένωσης Συγγραφέων Πιερίας στις 17-12-2025)) Γιάννης Παπαγεωργίου Παραμονές Χριστουγέννων κάπου στη δεκαετία του 1960. Βρισκόμαστε σ’ ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας. Το φτωχικό σπίτι έχει ντυθεί τα γιορτινά του, όσο ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο μες τη φτώχεια που το έδερνε. Παρόλα αυτά δεν παραδίνονταν οι δυο γυναίκες που βρίσκονταν εκεί μέσα, πεθερά και νύφη. Τα δυο παιδιά του σπιτιού, η Σοφία και ο Νίκος, βίωναν έντονη την αγάπη από τη μάνα τους και τη γιαγιά τους, αυτή η αγάπη αναπλήρωνε τις πολλές ελλείψεις που αντιλαμβάνονταν ότι υπήρχαν στην καθημερινή τους ζωή. Ένα πράγμα δε μπορούσε να αναπληρωθεί με τίποτα. Η έλλειψη του πατέρα τους που βρισκόταν στην ξενιτιά εδώ και χρόνια, τέσσερα και μισό χρόνια είναι πολλά για παιδιά οχτώ και εφτά χρόνων. Το ταξί σταμάτησε σχεδόν στην άλλη άκρη του χωριού. -Εδώ θα σε αφήσω, το ταξί μας έφερε μέχρις εδώ, δε μπορεί να προχωρήσει άλλο, είπε ο ταξιτζής. -Ναι, ναι καταλαβαίνω και δεν παρεξηγώ καθόλου, μην ανησυχείς, είπε ο ξένος. Απόμεινε με δυο βαλίτσες, δυο σάκους και πολλή συγκίνηση εντός του. Τόση συγκίνηση που νόμιζε πως πνίγεται, πως δε μπορούσε να βγει η φωνή από το στόμα του. Η καμπάνα του χωριού άρχισε να χτυπά πολύ γρήγορα και δυνατά, καλούσε τους χριστιανούς στην Εκκλησία για να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού. Οι άνθρωποι, άναψαν φώτα, άνοιξαν τις πόρτες τους, άρχισαν να βγαίνουν έξω. Δεν περίμενε να τον αναγνωρίσουν, έτσι που εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους, όμως άρχισαν αμέσως να του μιλάνε. -Καλώς ήρθες Κώστα. -Καλώς σας βρήκα. Αμέσως άρχισαν όλοι να φωνάζουν προς το ταπεινό σπιτάκι. -Καλώς τον δεχθήκατε. Η καφέ πόρτα άνοιξε διάπλατα. -Κώστα ήρθες; Το είπαν μαζί μάνα και σύζυγος. Άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος του. Όσο κι αν έτρεχαν, άλλοι τους πρόλαβαν. Τα δυο παιδιά, η Σοφία και ο Νίκος, είχαν τεντωμένο το αυτί τους ακόμη και μες τον ύπνο τους. Σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν μπροστά του. Εκείνος έσκυψε και τα πήρε στην αγκαλιά του. -Παιδιά μου, ψιθύρισε. Τώρα τον αγκάλιαζαν όλοι μαζί. Ο Κώστας κρατούσε τα παιδιά του στην αγκαλιά του, ήθελε να κερδίσει το χρόνο που έχασε μακριά τους. -Θα φύγεις σύντομα γιε μου, τον ρώτησε η μάνα του. -Μάνα, εκείνα τα χωράφια, το ποτιστικό και το ξερικό, το έχουμε ακόμη; -Τα έχουμε. Ο πατέρας σου, πριν με αφήσει μόνη στη γη, μου είπε λίγα πράγματα. Ένα από αυτά ήταν το εξής: «Γυναίκα τα χωράφια να μην τα πουλήσεις, μόνο άμα δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς να τα δώσεις. Και δεν τα πούλησα, τα κράτησα. -Τότε δεν θα φύγω ξανά. Αυτά τα χρόνια εργάστηκα σκληρά και έκανα ένα ικανοποιητικό πιστεύω κομπόδεμα. Θα καλλιεργήσουμε τη γη και θα ζήσουμε όλοι μαζί εδώ. Το τι πανηγύρι στήθηκε δεν περιγράφεται, οι φωνές τους ακούστηκαν πολύ μακριά. Φωνές χαράς και ενθουσιασμού. Λίγο αργότερα στην Εκκλησία για πρώτη φορά τους είδαν τόσο χαρούμενους, το είδαν όλοι στο πρόσωπό τους. Έλαμπαν ντυμένοι με τα ωραία ρούχα που τους είχε φέρει ο ξενιτεμένος.

0 Σχόλια